Εσένα

Το παράθυρο του αεροπλάνου. Κοιτάς από κάτω. Ένας γίγαντας περπατάει μέσα στις πόλεις και στα δάση και στην ακτογραμμή. Μπορείς να τον δεις από τριάντα χιλιάδες πόδια ψηλά. Φαντάσου πόσο τεράστιος είναι. Για λίγο στέκεται σε μια παραλιακή πόλη δίπλα σε μια τεράστια γέφυρα από καλώδια. Αρπάζει ένα παιδί και κάτι του λέει στο αυτί. Είναι όνειρο όλο αυτό που συμβαίνει; Το παράθυρο του αεροπλάνου. Κοιτάς από κάτω. Ο γίγαντας λέει στο παιδί:

-Θα γεννηθείς δύο φορές. Θα έχεις κόκκινα μαλλιά. Θα κάνεις φασαρία μέσα σου συνέχεια. Θα φοβάσαι. Θα είσαι ξεχωριστός. Θα κοιτάς τους άλλους σαν καθρέπτες. Θα φοβάσαι.

Ο γίγαντας αφήνει το παιδί στο έδαφος. Με μια δρασκελιά αλλάζει χώρα και με δύο απλωτές αλλάζει ήπειρο. Στέκεται όρθιος μπροστά σ’ ένα άγαλμα που κρατάει έναν πυρσό. Αρπάζει ένα παιδί και του λέει:

-Θα πεθάνεις δύο φορές. Θα έχεις μαύρα μάτια και θα κοιμάσαι χωρίς να τα κλείνεις. Θα ζεις ανάποδα, απ’ το μέλλον στο παρελθόν. Θα φοβάσαι. Θα είσαι ξεχωριστός. Θα κοιτάς τους άλλους σαν καθρέπτες. Θα είσαι παιδί θαύμα. Θα φοβάσαι.

Το παράθυρο του αεροπλάνου. Κοιτάς από κάτω. Ένας γίγαντας περπατάει μέσα στις πόλεις και στα δάση και στην ακτογραμμή. Μπορείς να τον δεις από τριάντα χιλιάδες πόδια ψηλά. Τώρα φτάνει σε κάτι αρχαίες κολώνες. Είναι όνειρο όλο αυτό; Αρπάζει ένα παιδί και του λέει:

-Φοβάσαι;

-Ναι.

-Τι φοβάσαι;

-Εσένα.

Το παράθυρο του αεροπλάνου. Κοιτάς από κάτω. Ένας γίγαντας περπατάει μέσα στις πόλεις και στα δάση και στην ακτογραμμή. Ένας γίγαντας θα γεννηθεί δύο φορές, θα έχει κόκκινα μαλλιά, θα κοιτά τους άλλους σαν καθρέπτες, θα είναι ξεχωριστός, θα είναι παιδί θαύμα, θα φοβάται.

Η ψεύτικη κηδεία

Σε ρώτησα: τι ώρα θα βρεθούμε;
Και μου ‘πες: Γκούγκλαρέ το.
Σε ρώτησα: τι ποτό θα πιούμε;
Και μου πες: φασόλι στρατσιατέλα.
Σου είπα: θα οργανώσω μια ψεύτικη κηδεία μου
για να έρθει πολύς κόσμος στο πρώτο μου λάιβ.
Και μου πες: σιγά μην έρθει κανένας στην κηδεία σου.

Μετά ήθελες να πεις κάτι άλλο
Νόμιζα πως θα ήταν κάτι κακό
Μα ήταν ένα “σκεπάσου μην κρυώσεις”
Το ίδιο δεν είναι; Το ίδιο είναι.

-Μήπως ξέρεις τι ώρα θα βρεθούμε;
-Θα σου πω μετά, εν τω μεταξύ ψάξτο και λίγο στο ίντερνετ.
-Τι ποτό θα πιούμε;
-Είσαι λίγο αλκοολικός κι έχεις παχύνει.

Όλα ειναι στη θέση τους για να με τρ3λάνεις.
Μα σ’ έχει προλάβει χρόνια πρίν, μια άλλη
Που με σκέπαζε όταν κοιμόμουν
και μου έλεγε πως θα αναρρωτιόμουν
τι ώρα θα βρεθούμε.

Η συνεδρία

– Πώς είσαι σήμερα, ρώτησε ο ψυχαναλυτής.

– Νιώθω μια θλίψη.

– Για κάποιο συγκεκριμένο ερέθισμα, ή γενικά;

– Νομίζω ότι φεύγουν από κοντά μου όλοι οι άνθρωποι που αγαπώ. Μάλλον γι’ αυτό. Πρώτα η Φιλίππα, μετά ο Λιάκος και τώρα η Λένη.

– Και τι σκέφτεσαι γι’ αυτό;

– Δεν ξέρω, αποκρίθηκε μετά από μια μικρή παύση, δεν ξέρω τι σκέφτομαι, θέλω απλά να μη νιώθω θλίψη.

– Δεν είναι δύσκολο, του είπε ο ψυχαναλυτής. Πρέπει απλά να βρεις την πρώτη φορά που αποτυπώθηκε μέσα σου ή θλίψη. Η θλίψη ακολούθησε κάποια βήματα για να μπει στο μυαλό σου. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να κάνεις τα βήματα αντίστροφα και θα τη νικήσεις.

– Ωραία, μ’ αρέσει αυτό!

– Ναι, βρες απλά το μονοπάτι της πρώτης θλίψης. Για παράδειγμα: Είσαι μωρό και η μαμά σου φεύγει απ’ το δωμάτιο. Νιώθεις το φόβο της μοναξιάς επειδή θα μείνεις μόνος, ή το φόβο της ανασφάλειας επειδή κάτι θα σου συμβεί, ή το φόβο της κτητικότητας επειδή θα τη χάσεις. Ή το φόβο Χι τέλοσπάντων. Ο φόβος Χι, σου δημιουργεί το αντίστοιχο άγχος. Το άγχος Χι, την αντίστοιχη θλίψη. Είναι απλό. Βρες το μονοπάτι. Χαρτογράφησέ το. Ανάστρεψέ το και μετά δεν θα νιώσεις δυστυχισμένος ποτέ ξανά.

– Ωραία, αυτό θα κάνω, αποκρίθηκε χαρούμενος.

Έπειτα έμεινε για λίγο σκεπτικός και ρώτησε τον ψυχαναλυτή:

– Μπορώ να κάνω το ίδιο και για το μονοπάτι της χαράς;

– Φοβάμαι πώς όχι, του απάντησε εκείνος. Η διαδικασία ισχύει μόνο για τη θλίψη.

Η κοινωνική κατασκευή

01

Ανασηκώθηκα και κάθισα στην άκρη του κρεβατιού. Φορούσα μόνο ένα λευκό πουλόβερ και το κιλοτάκι μου. Καθόταν στην απέναντι άκρη του δωματίου, μπροστά σε ένα laptop. Με κοίταξε έντονα. Με προσποιητό μίσος του έδειξα το μεσαίο μου δάκτυλο. Γέλασε. “Μ’ αυτή τη σκηνή μπορώ να αρχίσω ένα διήγημα” είπε, όσο το δάκτυλο μου ήταν ακόμη στον αέρα. Η πόλη ετοίμαζε τη νύχτα που θα ακολουθούσε. Πήγαμε σ  ένα κλαμπ χωμένο κάπου στα στενά του Kreuzberg. Ήπια, χόρεψα, τον φίλησα. Το βράδυ γυρίσαμε στο δωμάτιο. Κοίταξα έξω από το παράθυρο. Κουρασμένη. Στο μέλλον:

02

Δώδεκα μήνες μετά, καθόμουν σ ένα παγωμένο παγκάκι στο central park. Χτύπησε το κινητό μου.

– Ξύπνιος είσαι; Τέτοια ώρα;

– Μπες ένα skype.

– Έχω το μεταπτυχιακό σε λίγο, δε μπορώ.

– Α γά… Μπες!

– Έχεις πιει ε;

– Ούτε καν.

– Σε κλείνω, είπα και χαμογέλασα χωρίς να το καταλάβει.

Περπάτησα προς την times square. Έφτασα. Συσσωρευμένος θόρυβος. Χιλιάδες κόσμος κι ο ουρανός  μια φωτεινή επιγραφή. Ο ουρανός στην times square είναι μια φωτεινή επιγραφή. Μια κοινωνική κατασκευή. Σκέφτηκα πως πρέπει να βάλω τα ακουστικά μου. Έπειτα σκέφτηκα πως και ο πραγματικός ουρανός, αυτός ο μπλε, κι αυτός μια κοινωνική κατασκευή είναι:

Πρώτα ήταν μια μπλε επιφάνεια. Κι ο άνθρωπος έβαλε εκεί σκέψεις, ελευθερία, ξεγνοιασιά. Ενίοτε σύννεφα για τη μελαγχολία, ηλιοβασίλεμα για το ρομάντζο, βροχή για τις λύπες και λαμπερό ήλιο για τις νίκες. Κοινωνική κατασκευή. Ξεκάθαρα. Έβαλα τα ακουστικά μου. Στα πρώτα δευτερόλεπτα των oasis χτύπησε πάλι η δόνηση:

– «Κοιμήσου»  είπα επιτηδευμένα θυμωμένη. Ή όχι;

– «Έρχομαι» απάντησε. Μπορούσα να μυρίσω την μεθυσμένη του ανάσα κι ας ήταν χιλιάδες μίλια μακρυά.

03

Στρίψαμε αριστερά στην Αραχώβης προς τη Χαριλάου Τρικούπη. Πήγαμε προς το αμάξι. Πρέπει να το καταλάβει, χωρίς να του το εξηγήσω. Το χει πει κι αυτός:

«Τα λόγια χάνουν την αξία τους αμέσως μόλις ειπωθούν»

Πως γίνεται να έχω κάνει τόσα πολλά και να μην έχει καταλάβει τίποτα;

– Έλα σπίτι να κοιμηθούμε μαζί, είπε κρατώντας το χέρι μου σφιχτά.

– Δεν μπορώ, είπα.

– Μαγκιά σου, αντέτεινε όπως πάντα.

Λίγο πριν μπω στο αμάξι, τον αγκάλιασα σφιχτά, έβαλα τη γλώσσα μου όσο πιο βαθιά στο στόμα του μπορούσα, και ένιωσα το χέρι του να χαϊδεύει το στήθος μου, πάνω από το κόκκινο καρό πουκάμισο.

Έπειτα, χωρίς να καταλάβω το πώς και το γιατί, τραβήχτηκα λίγο πίσω και του είπα “σ’ αγαπώ”. Είπε: “Κι εγώ. Τρ3λά.”

Τα μάτια του χαμογέλασαν κι έγινε αυτό που πάντα ήταν.

Οι λέξεις χάνουν την αξία τους αμέσως μόλις ειπωθούν. Γιατί έχουν αξία οι λέξεις; Αφού είναι μια κοινωνική κατασκευή. Κάποτε κάποιος ξύπναγε, έτρωγε, πηδιόταν και πέθαινε. Κι αυτό ήταν απλά αρκετό.  Έπειτα ήρθαν οι λέξεις και τα άλλαξαν όλα. Έβαλαν δίπλα στο ξύπναγε το «πρωί», δίπλα στο έτρωγε το «γκουρμέ» δίπλα στο πηδιόταν τον «έρωτα» και δίπλα στο πέθαινε την «αιωνιότητα». Κοινωνικές κατασκευές. Κάποτε κάποιος ξύπναγε, έτρωγε, πηδιόταν και πέθαινε Κι αυτό ήταν απλά αρκετό.

Τα μάτια του χαμογέλασαν κι έγινε αυτό που πάντα ήταν: Δικός μου.

04

– Κύριε CEO τι τιμή μετά από τόσα χρόνια!

– Η τιμή είναι όλη δική μου, να συναντώ την πιο επιφανή γκαλερίστα του πλανήτη!

Φιλήθηκαν στο μάγουλο, αλλά ανεπαίσθητα ακούμπησαν λίγο τα χείλη τους. Υστέρα και εντελώς ξαφνικά, αυτός πέρασε το χέρι του γύρω από τα κεφάλι της και την φίλησε στα χείλη παθιασμένα. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια δεκάδων υπαλλήλων, εκείνη ανταπέδωσε. Ξαφνικά ένας μεγάλος ψίθυρος, αναμειγμένος με υπόκωφα γέλια, απλώθηκε στην αίθουσα των συνεδριάσεων. Τι κάνουν; Συνέχισε να τη φιλάει δυνατά. Εκείνη άρχισε να του ξεκουμπώνει το πουκάμισο. Ο ψίθυρος μεγάλωσε, μα αυτοί δεν άκουγαν τίποτα. Στροβιλίζονταν. Ντριν.

05

– Είναι τόσες υπερβάσεις που έχω κάνει για σένα ρε βλάκα και δεν τις καταλαβαίνεις. Χαζός εντελώς. Τι είναι ο χαζός; Αυτός που δεν καταλαβαίνει. Εσύ. Χαζός.

– Δεν μπορώ. Δε μου χει ξανασυμβεί.

– Μπορείς. Σου ‘χει.

– Αυτό που μου’ χει… είναι μια κοινωνική κατασκευή: Κάποιος κάποτε περπατούσε. Του κατασκεύασαν ένα πατέρα. Έπρεπε να γίνει κι αυτός. Κι έπειτα κοίταξε γύρω του και του είχαν κατασκευάσει μια φυλακή. Έπρεπε να αποδράσει….

Τώρα δεν του έχουν κατασκευάσει τίποτα. Ο ουρανός είναι απλά ο ουρανός, οι λέξεις δεν έχουν καμία σημασία και εσύ είσαι εγώ. Ξυπνάμε. Τρώμε. Πηδιόμαστε. Πεθαίνουμε.

Ξεκάθαρα. Δε μπορώ. Τώρα ή ποτέ.

Τον κοίταξα για ένα δευτερόλεπτο και τα μάτια μου βούρκωσαν. Ευτυχώς δεν θα το καταλάβαινε ποτέ, γιατί ήμουν αφόρητα ιδρωμένη από τη γαμημένη υγρασία. Μούσκεμα. Άλλαξα κουβέντα.

06

Τους κοιτούσαν με ανοικτό το στόμα. Τι κάνουν; Συνέχισε να τη φιλάει δυνατά. Εκείνη άρχισε να του ξεκουμπώνει το πουκάμισο. Ο ψίθυρος μεγάλωσε, μα αυτοί δεν άκουγαν τίποτα. Στροβιλίζονταν. Ντρίν. Ντρίν.

Πετάχτηκα. Ντρίν. Όνειρο. Το κουδούνι χτυπούσε διαρκώς. Όνειρο. Ο CEO και η γκαλερίστα. Πετάχτηκα ιδρωμένη, όπως τότε στην Ινδονησία. Πήγα στο θυροτηλέφωνο του loft στο Upper West. Αυτό δεν ήταν όνειρο.

– Yes;

– Yes; Αληθάκια;

Το εννοούσε. Ήρθε.

Ανατρίχιασα. Όπως τότε στη Χαριλάου Τρικούπη.

Καθώς ανέβαινε πρόλαβα να κοιτάξω λίγο το συννεφιασμένο ουρανό, όπως τότε στο Kreuzberg. Άνοιξα την εξώπορτα και περίμενα.

07

– Στο πα ότι έρχομαι!

– Με αγχώνεις , του είπα μετανιώνοντάς το την ίδια στιγμή. Ήταν μια λέξη μόνο.

– Όντως τώρα;

Δεν μίλησα. Με κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο. Μετά είπε “Μ’ αυτή τη σκηνή μπορώ να τελειώσω  ένα διήγημα” για να συμπληρώσει αμέσως μετά «Μ’ αγαπάς;»

Απάντησα υψώνοντας το μεσαίο μου δάκτυλο στον αέρα, αλλάζοντας μονομιάς την κοινωνική κατασκευή αυτής της χειρονομίας.-

 

Εκείνο

Πηγή ένα

Ξύπνησε με πυρετό. Όταν πρωτάνοιξε τα μάτια της είδε το ταβάνι να φωτίζεται αμυδρά από το πρωινό φως που χωνόταν στις γρίλιες της μπαλκονόπορτας. Προσπάθησε να καταλάβει που βρίσκεται. Εγλυκάδα, Kreuzberg, Hell’s kitchen, Πεύκη, Νέα Ιωνία, Πεδίο του Άρεως. Τι μέρα είναι; Τετάρτη, Πέμπτη ή Κυριακή; Και ποια χρονιά;

 

Ακούμπησε το μέτωπό της που ζεμάταγε. Εκείνο ήταν άχρονο. Φόρεσε ένα λευκό ξεφτισμένο πουλόβερ, πήγε στο μπάνιο, κατούρησε και ένιωσε τα ούρα της να καίνε. Σηκώθηκε και μ’ ένα περίεργο αίσθημα παντοδυναμίας, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της και έπλυνε τα δόντια της.  Άκουσε το κουδούνι.

 

Δεν περίμενε κανέναν. Κοίταξε από το μάτι της πόρτας. Ένας άντρας και μια γυναίκα. Καλοβαλμένοι γύρω στα 40. Τους άνοιξε.

-Παρακαλώ;

-Καλημέρα είπε η γυναίκα. Ξανθιά με μικρά καστανά μάτια και μια μυρωδιά 80s.

-Καλημέρα απάντησε εκείνη και ένιωθε τον πυρετό της ν’ ανεβαίνει.

-Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το κρεβάτι σου;

 

Σάστισε. Δεν πρόλαβε να απαντήσει. Ο άντρας, ένας ψηλός ξερακιανός με μουστάκι, έσπρωξε λίγο την πόρτα και αυτόματα είπε «δεν θ αργήσουμε». Μπήκαν μέσα στο σπίτι και κατευθύνθηκαν προς την κρεβατοκάμαρα.

Έκατσαν αμέσως στο κρεβάτι, ο άντρας έβαλε το χέρι του πάνω από το στήθος της γυναίκας και άρχισε να την φιλάει παθιασμένα. Εκείνη ανταποκρίθηκε αμέσως, του έβγαλε το πουκάμισο κι αυτός ανταπέδωσε ανοίγοντας το φερμουάρ του στενού ταγέρ της.

-Μα τι κάνετε; τους φώναξε.

-Καλύτερα να μην κοιτάς κοριτσάκι μου, της είπε η γυναίκα μέσα σε αναφιλητά ηδονής.

 

Έτρεξε γρήγορα προς το σαλόνι. Πήρε το τηλέφωνο και κάλεσε την αστυνομία. Όσο καλούσε άκουγε από μέσα το κρεβάτι να τρίζει. Στην αρχή σποραδικά, κι έπειτα ρυθμικά. Ένα αέναο ρυθμικό τρίξιμο ανάμεικτο με υπόκωφους αναστεναγμούς ηδονής. Κρατώντας το ακουστικό στο χέρι έφτασε μέχρι το χολ και κοίταξε δειλά μέσα στην κρεβατοκάμαρα. Η γυναίκα ήταν στα τέσσερα κι εκείνος λικνιζόταν πίσω της.

-Κλείστε την πόρτα τουλάχιστον! είπε ουρλιάζοντας και ξαναπήγε στο σαλόνι.

-What’s your fucking emergency? ακούστηκε απ’ την άλλη γραμμή.

 

Για λίγο απόρησε που στη μπατσογραμμή της μιλούσαν αγγλικά. Απάντησε ψιθυρίζοντας

-Είναι κάποιοι στο σπίτι μου, ελάτε γρήγορα…

-Που είναι το σπίτι σου;

Παραξενέυτηκε. Το είδωλό της καθρεπτίστηκε για λίγο στη μπαλκονόπορτα. Πήγε να απαντήσει κάτι που δεν ήξερε αν θα ναι σωστό. Κοίταξε ξανά την εικόνα της διαθλασμένη στο τζάμι, όταν τους είδε να βγαίνουν αλαφιασμένοι απ’ την κρεβατοκάμαρα. Έκλεισε το ακουστικό και τους φώναξε:

-Φύγετε, πήρα την αστυνομία.

-Δε χρειαζόταν, όλα καλά, απάντησε ήρεμα ο άντρας.

Κατευθύνθηκαν προς την εξώπορτα.

-Έχεις φάει πρωινό; της είπε η γυναίκα. Στύψε μια πορτοκαλάδα να δυναμώσεις λίγο. Έπειτα τη φίλησε στοργικά στο μάγουλο και έκλεισε την πόρτα πίσω της, φεύγοντας μαζί με τον άντρα.

 

Έμεινε για λίγο ακίνητη σαν να ονειρευόταν αλλά το ένιωθε ότι ήταν ξύπνια. Ασυναίσθητα διπλοκλείδωσε την πόρτα και ακούμπησε την πλάτη της στον τοίχο. Άκουσε πάλι το κρεβάτι να τρίζει. Έτρεξε τρομαγμένη στην κρεβατοκάμαρά της. Δεν ήταν κανένας ευτυχώς. Μάλλον παράκουσε.

 

Πηγή δύο

Ήταν ακόμα πρωί; Ή βράδιαζε; Το κουδούνι χτύπησε ξανά. Εκείνο ήταν άχρονο. Κοίταξε από το μάτι της πόρτας και είδε ένα αστυνομικό. Άνοιξε αμέσως.

Ίσως να ήταν τη στιγμή που άνοιγε ή λίγα δευτερόλεπτα μετά, όταν ο αστυνομικός της είπε «στρώσε ξανά το κρεβάτι, ότι έγινε έγινε, μη δίνεις σημασία» όταν θυμήθηκε ότι δεν είχε προλάβει να πει τη διεύθυνσή της στο τηλέφωνο πιο πριν.

-Ήρθαν κάποιοι στο σπίτι μου του είπε, μπορεί να με έκλεψαν κιόλας, δεν είμαι σίγουρη…

-Δεν πρέπει να το πεις πουθενά, τη διέκοψε. Ότι γίνεται σ’ αυτό το σπίτι μένει σ’ αυτό το σπίτι.

-Τι λέτε; Γιατί;

-Θα στρώσω εγώ το κρεβάτι γρήγορα κι ούτε γάτα ούτε ζημιά. Αν σε ρωτήσει κανείς θα πεις ότι ήταν πλασιέ ή κάτι τέτοιο και δεν τους άνοιξες; Εντάξει;

 

Μπήκε γρήγορα στην κρεβατοκάμαρα, έστρωσε το κρεβάτι και βγήκε αμέσως. Την βρήκε να κοιτάει ζαλισμένη το είδωλό της πάλι στο τζάμι της μπαλκονόπορτας. Προσπαθούσε να διακρίνει την εικόνα της. Είχε βάλει τον αντίχειρά της στο στόμα της και τον δάγκωνε. Εκείνος συνέχισε να μιλάει:

-Η αστυνομία σε βοηθάει να δεις το καλό σου. Δεν ήρθε και καμιά καταστροφή, μη φοβάσαι. Αλλά και να ερχόταν, εσύ θα κλειδώνεις την πόρτα και θα την κρατάς εδώ μέσα. Κλειδώνεις την πόρτα και το ελέγχεις. Εδώ μέσα οι καταστροφές περνάνε πιο εύκολα. Το τζάμι είναι βρώμικο, θες να το καθαρίσω;

Το είχε παρατηρήσει κι αυτή, ήταν βρώμικο. Γι’ αυτό δεν φαινόταν καθαρά ο αντικατοπτρισμός της. Συνέχισε να δαγκώνει τον αντίχειρά της νευρικά.

-Ναι ευχαριστώ, ψιθύρισε εγκαταλείποντας κάθε προσπάθεια να καταλάβει τι συμβαίνει.

 

Κάθισε στον καναπέ ενώ ο αστυνομικός καθάριζε το τζάμι. Βράδιασε ή είναι ακόμα πρωί; Το δάκτυλό της μάτωσε. Το τζάμι μάλλον καθάρισε. Τι ώρα ήταν; Εκείνο ήταν άχρονο. Ένα κρεβάτι τρίζει. Στύψε μια πορτοκαλάδα να δυναμώσεις. Ότι γίνεται σ’ αυτό το σπίτι μένει σ’ αυτό το σπίτι. Ψηνόταν ακόμα στον πυρετό. Κλειδώνεις την πόρτα και το ελέγχεις.

-Κλείδωσε την πόρτα. Φεύγω, θα τα πούμε σύντομα πάλι, είπε και χωρίς να περιμένει απάντηση, έφυγε.

 

Πήρε ήρεμα μια χαρτοπετσέτα και τύλιξε πρόχειρα το ματωμένο της αντίχειρα. Κλείδωσε την πόρτα δύο φορές κι αποφάσισε να μην ανοίξει σε κανέναν άλλον εκείνη τη μέρα. Κάθισε για λίγο στην κουζίνα. Ο πυρετός επέμενε. Αλλά ένιωθε λίγο πιο ήρεμη. Μάλλον βράδιασε. Νωρίς βράδιασε. Μάλλον είναι χειμώνας και μάλλον Κυριακή αλλιώς θα είχε πάει στη δουλειά. Εκείνο ήταν άχρονο.

Πηγή τρία

Σκέφτηκε να στύψει τελικά την πορτοκαλάδα κι έβγαλε μερικά πορτοκάλια από το ψυγείο.

Μια οικεία αντρική φωνή ακούστηκε πίσω της:

-Θα τη στύψω εγώ αγάπη μου.

 

Tο πρωί ξύπνησε με πυρετό και κατούρησε μ ένα παράξενο αίσθημα παντοδυναμίας. Το κρεβάτι έτριζε ρυθμικά αλλά δεν ακούστηκε έξω από το σπίτι. Εδώ μέσα οι καταστροφές περνάνε πιο εύκολα. Το τζάμι είναι βρώμικο και δεν μπορεί να δει την εικόνα της. Νιώθει ανακούφιση.

-Θα τη στύψω εγώ αγάπη μου, επανέλαβε, κάθισε ξεκουράσου.

Γύρισε και τον είδε, απλά και μόνο για να επιβεβαιώσει την ανακούφισή της.

-Μπαμπά;

-Φαίνεσαι ζεστή, είσαι καλά;

Τον αγκάλιασε δακρυσμένη.

-Μπαμπά, δεν μπορώ! Δεν είμαι καλά. Ευτυχώς που ήρθες, μείνε μαζί μου δεν είμαι καλά. Μη φύγεις, σε παρακαλώ!

-Όχι αγάπη μου, δεν φεύγω.

 

Την ξάπλωσε στο καναπέ και την σκέπασε με μία κουβέρτα. Της έδωσε την πορτοκαλάδα και τις έβαλε κρύες κομπρέσες στο μέτωπο. Ξάπλωσε δίπλα της. Εκείνη γύρισε, πλησίασε τα χείλη της στα δικά του και του είπε τρέμοντας απ’ τον πυρετό:

-Που ήσουν τόση ώρα; Εσύ φταις! Κοίταξε τα χείλη του κι αισθάνθηκε για λίγο ένα περίεργο φόβο. Σαν τύψη. Εκείνο ήταν άχρονο.

-Σώπα μου, όλα είναι εντάξει της αντέτεινε ήρεμα και την αγκάλιασε στοργικά. Έπειτα σηκώθηκε και της έφτιαξε μια ζεστή σούπα με κρέας. Άλλαξε τις κομπρέσες της και κάθισε δίπλα της υπομονετικά. Της έδωσε ένα αντιπυρετικό. Άρχισε να νιώθει καλύτερα.

 

Η λίμνη

Ανακάθισε για λίγο στον καναπέ, όσο εκείνος μάζευε το πιάτο της. Κοίταξε πίσω του το καθαρό τζάμι της μπαλκονόπορτας που μισοέκρυβε η μορφή του. Τον ρώτησε:

-Πώς μπήκες; Αφού δεν έχεις κλειδιά.

Την κοίταξε για λίγο απορημένος.

 

Τι μέρα είναι; Τετάρτη, Πέμπτη ή Κυριακή; Και ποια χρονιά; Μάλλον είναι χειμώνας και μάλλον Κυριακή, αλλιώς θα είχε πάει στη δουλειά. Ένα αέναο ρυθμικό τρίξιμο κρεβατιού ανάμεικτο με υπόκωφους αναστεναγμούς ηδονής. Το ελέγχεις. Αν σε ρωτήσει κανείς θα πεις ότι ήταν πλασιέ. Η αστυνομία θέλει το καλό σου. Θα τη στύψω εγώ αγάπη μου, κάθισε ξεκουράσου. Εκείνο είναι άχρονο. Μάλλον είναι Κυριακή, αλλιώς θα είχε πάει στη δουλειά. Ένα αλλόκοτο αίσθημα παντοδυναμίας. Ο αντίχειρας στο στόμα. Η καταστροφή περνάει. Τα χείλη του πατέρα. Η μορφή του μισοέκρυβε το τζάμι της μπαλκονόπορτας. Μάλλον είναι Κυριακή, αλλιώς θα είχε πάει στη δουλειά ή στο σχολείο ή στον παιδικό σταθμό.

 

-Πώς μπήκες; Τον ξαναρώτησε. Αφού δεν έχεις κλειδιά.

-Τι εννοείς αγάπη μου; Δεν μπήκα. Εδώ ήμουν, στο δωμάτιό μου… της είπε και μάζεψε το πιάτο φεύγοντας για την κουζίνα.

 

Σήκωσε ανεπαίσθητα το κεφάλι της και είδε επιτέλους τη μορφή της στο τζάμι. Πιο καθαρά από ποτέ. Ένα μικρό κοριτσάκι. Ο κατοπτρισμός ενός μικρού κοριτσιού. Ενός μωρού. Η ενότητα της μορφής της ήταν εντυπωσιακή. Ολοκληρωμένη. Δεν σκέφτηκε τίποτα, παρά μονάχα έμεινε να συνειδητοποιεί γαλήνια την ολότητα απέναντί της. Απαλλαγμένη απ’ όλο αυτό που της είχε συμβεί σήμερα. Εκείνο ήταν άχρονο.

 

Ο πατέρας της ξανακάθισε δίπλα της, την τύλιξε με την κουβέρτα, την ακούμπησε τρυφερά στην αγκαλιά του και της είπε σιγανά:

-Μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά.

Το φως της δυαδικότητας

Ξύπνησε παραμιλώντας: «Δε μ’ αγαπάς». Κοίταξε δίπλα του ένα άδειο μαξιλάρι. Πώς να του απαντήσει ένα άδειο μαξιλάρι;

Τον λένε Χ. Είναι 4 χρονών. Είναι λυπημένος. Ο κόσμος ήταν πάντα δύο πράγματα. Άδεια μαξιλάρια και γεμάτα μαξιλάρια. Όποιος δεν το βλέπει είναι απλά ηλίθιος. Όπως και εσύ σκέφτηκε. Που άνοιξες τώρα τα ηλεκτρικά παντζούρια και είδες ένα άδειο μαξιλάρι. Ο κόσμος το βράδυ γεμίζει και αδειάζει τα μαξιλάρια του. Θυμήθηκε πως του αρέσει να σπρώχνει το μαξιλάρι του προς το κεφαλάρι του κρεβατιού και να κοιμάται με το κεφάλι κατευθείαν στο στρώμα. Σα να ήταν πάντα στην πλευρά του κόσμου που δε θέλει να γεμίσει το μαξιλάρι του. Παραμίλησε ξανά: «Δε μ’ αγαπάς». Στρίμωξε το άδειο μαξιλάρι στο εσωτερικό των αγκώνων του και το έσπρωξε με όση δύναμη είχε προς το πρόσωπό του.

Τον λένε Χ. Είναι 92 χρονών. Είναι βιαστικός. Έφτιαξε γρήγορα μια βαλίτσα. Για ένα λεπτό σκέφτηκε να μην πάρει το κινητό. Γίνεται; Το σκέπασε με το άδειο μαξιλάρι. Κι έκανε να φύγει. Ο κόσμος ήταν πάντα δύο πράγματα: αυτοί που φτιάχνουν βαλίτσα παίρνοντας πρώτα το κινητό τους κι αυτοί που φτιάχνουν βαλίτσα παίρνοντας τελευταίοι το κινητό τους. Οι πρώτοι μισούν του δεύτερους θανάσιμα. Κι οι δεύτεροι ποτέ δεν κατάλαβαν γιατί τους μισούν οι πρώτοι. Μια παράξενη ανισορροπία που κινεί τη ζωή. Ποιος θα το φανταζόταν; Ότι η σειρά που παίρνει κάποιος το κινητό του φτιάχνοντας τη βαλίτσα, είναι κάτι σαν το big bang: Κινεί την ίδια τη ζωή. Ο κόσμος ήταν πάντα δύο πράγματα. Όποιος δεν το βλέπει είναι απλά ηλίθιος. Όπως και εσύ σκέφτηκε. Σκέπασε το κινητό με το άδειο μαξιλάρι. Κι έκανε να φύγει. Γύρισε και το πήρε τελευταία στιγμή.

Τον λένε Χ. Είναι 53 χρονών. Οδηγεί νότια. Είναι αγχωμένος. Ώσπου να βρει θάλασσα. Στο αντίθετο ρεύμα κάποιοι οδηγούν βόρεια. Ώσπου να βρουν την πόλη. Σκέφτεται από πού ξεκίνησε αυτό το τεράστιο παζάρι: Κάποιοι να θέλουν αυτό. Κάποιοι να θέλουν το άλλο. Και να παζαρεύουν για το ενδιάμεσο. Κάποιοι να οδηγούν νότια. Κάποιοι να οδηγούν βόρεια. Και να τρακάρουν στο ενδιάμεσο. Τι έκανε τις ανθρώπινες σχέσεις συγκρουσιακές εξ’ αρχής; «Η στιγμή που καταλαβαίνεις ότι η αγάπη σου για τη ζωή έχει διαμεσολαβηθεί από το ανθρώπινο είδος είναι συντριπτική» του είπε κάποτε ένας φίλος. Τι κάνει τους ανθρώπους να συγκρούονται και να ψάχνουν τη θάλασσα και την πόλη; Τι τον έκανε και εκείνον να παίρνει από το άδειο μαξιλάρι το κινητό του τελευταία στιγμή και να οδηγεί νότια; Πώς γεννήθηκε η πρώτη γαμημένη σύγκρουση; Τον λένε Χ. Είναι 53 χρονών. Οδηγεί νότια. Είναι αγχωμένος. Ώσπου να βρει θάλασσα. Βρήκε. Αλλά το άγχος παραμένει. Σαν τη σύγκρουση. Μπαίνει γρήγορα στο δωμάτιο του. Ανοίγει το νεσεσέρ. Κόβει μισό χάπι. Κοιτάει τον καθρέπτη. «Δε μ’ αγαπάς» Κοίταξε δίπλα του, στο φρεσκοστρωμένο κρεβάτι του ξενοδοχείου, ένα άδειο μαξιλάρι. Πώς να του απαντήσει ένα άδειο μαξιλάρι;

Τον λένε Χ. Είναι 16 χρονών. Είναι κουρασμένος. Κατέβηκε στην παραλία. Πήρε ένα βιβλίο και προσπάθησε να το διαβάσει. Ξάφνου έκατσαν στην παραπέρα ξαπλώστρα ένα αντρόγυνο και τα παιδιά τους. Φώναζαν. Ο άντρας κυνήγαγε τα παιδιά να μην μπουν βαθιά και πνιγούν. Κι η γυναίκα στεκόταν ακούνητη στην ξαπλώστρα φορώντας συνεχώς τα ρούχα της. Μάλλον είχε περίοδο. Τι είναι η εγγύτητα; Αγαπούσε τα παιδιά της; Γιατί δεν βοήθαγε κι αυτή; Δεν ένιωθε κοντά τους; Τι είναι η εγγύτητα; Δεν ένιωθε κοντά τους; Τον λένε Χ. Είναι 16 χρονών. Γιατί την κρίνει; Ξάφνου, στις μπροστινές ξαπλώστρες κάθονται μια ψηλή καστανή νέα κοπέλα με μαυρισμένο σώμα κι ένας άσχημος μεσήλικας. Είναι 2 Ιουνίου, πότε πρόλαβε να μαυρίσει; Αυτή μιλάει σπαστά αγγλικά κι αυτός παραγγέλνει μπύρες με τον αέρα του πλουσίου. Συνοδός πολυτελείας. Την κοιτάει με πόθο αλλά αυτή προσπαθεί να τον αγγίζει όσο λιγότερο μπορεί. Αυτή βάζει μόνη της λάδι μαυρίσματος για να αποφύγει να της βάλει αυτός. Αυτός προσπαθεί να την βοηθήσει. Τι είναι η εγγύτητα; Γιατί προσπαθεί να την αγγίξει; Γιατί δεν θέλει να τον αγγίζει; Τι είναι η εγγύτητα; Τον λένε Χ. Είναι 16 χρονών. Γιατί τους κ κρίνει; Σηκώνει το βιβλίο και ξεκινάει να διαβάσει, για να το αφήσει το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο και να αποκοιμηθεί. Επιτέλους. Νομίζει πως το τελευταίο πράγμα που είδε πριν κλείσουν τα βλέφαρά του, ήταν η γυναίκα με την περίοδο να κοιτάζεται με το μαυρισμένο escort και να νιώθουν εγγύτητα.

Τον λένε Χ. Είναι 60 χρονών. Νιώθει ζαλισμένος. Ανεβαίνει στο δωμάτιο. Βρίσκεται εκεί για να καταλάβει το σωστό. Τι είναι το σωστό; Ο κόσμος ήταν πάντα δύο πράγματα. Αυτοί που ξέρουν το σωστό, κι αυτοί που δεν τους νοιάζει να το ξέρουν. Τι είναι το σωστό; Για το καράβι το σωστό είναι να πλέει. Για έναν δολοφόνο να σκοτώνει. Για ένα θύμα να πεθαίνει. Τον λένε Χ. Είναι 60 χρονών και το σωστό γι’ αυτόν είναι να ανέβει στο δωμάτιό του και να καταλάβει το σωστό. «Δεν μ’ αγαπάς»

Τον λένε Χ. Είναι 74 χρονών. Είναι μπερδεμένος. Κατεβαίνει να περπατήσει στην παραλιακή οδό. Είναι αρκετά αργά. Φέρνει την εικόνα της μπροστά του. Δε μοιάζει με τίποτα που να είχε ξαναδεί. Γύρω του περπατούν φρεσκοκουρεμένα αγόρια με περιποιημένο μούσι, τατουάζ και λευκά πουκάμισα. Ίσως και γκρίζα. Πιο πέρα φρεσκοχτενισμένα κορίτσια με έντονο make up, ψηλοτάκουνα και κοντά σορτσάκια. Τα αγόρια κοιτάνε διαρκώς τα κορίτσια και τα φλερτάρουν. Ο κόσμος ήταν πάντα δύο πράγματα. Αυτοί που θέλουν να γαμήσουν κι αυτοί που δε θέλουν να γαμήσουν. Περπατάει μπερδεμένος στο ατέλειωτο παραλιακό νυφοπάζαρο, ανάμεσα σε τατουάζ, περιποιημένα μούσια, σορτσάκια και την μυρωδιά μιας πατσουλί καύλας στον αέρα. Ο κόσμος ήταν πάντα δύο πράγματα. Ένα μούσι απόψε θα την πέσει σ ένα ψηλοτάκουνο, είναι και οι δύο απ’ αυτούς που θέλουν να γαμήσουν, θα το κάνουν και μετά θα κάνουν σχέση και θα κάνουν παιδιά και θα κάνουν πόλεμο για να βγάλουν λεφτά και να μπορούν να ξαναγαμήσουν. Έτσι κυλάει το πράγμα. Πάντα δύο πράγματα. Τον λένε Χ. Είναι 74 χρονών. Φέρνει την εικόνα της μπροστά του. Δε μοιάζει με τίποτα που να είχε ξαναδεί.

Τον λένε Χ. Είναι 36 χρονών. Είναι φοβισμένος. Επέστρεψε γρήγορα στο δωμάτιό του. Φέρνει την εικόνα του μπροστά της. Δε μοιάζει με τίποτα: ούτε με αυτούς που παίρνουν πρώτα το κινητό όταν φτιάχνουν βαλίτσα, ούτε με αυτούς που αδειάζουν τα μαξιλάρια, ούτε με αυτούς που ψάχνουν το σωστό. Τον λένε Χ. Είναι 36 χρονών. Κοιτάζει φοβισμένος τον καθρέπτη. Δε μ’ αγαπάς. Ο κόσμος ήταν πάντα δύο πράγματα. Κοιτάζει τον καθρέπτη. Δε μ αγαπάς. Προσπαθεί να καταλάβει αν κοιμάται. Ανοίγει το νεσεσέρ. Κοιτάζει τον καθρέπτη. Πως γεννήθηκε η πρώτη γαμημένη σύγκρουση; Σπάει το χάπι στα 2. Δύο πράγματα. Είναι το σωστό. Κοιτάει το κινητό. Ψάχνει την εγγύτητα. Κοιτάει τον καθρέπτη. Δε μ’ αγαπάς.

Ξαφνικά η πραγματικότητα διασπάται. Κι ο χρόνος δεν είναι γραμμικός. Στον καθρέπτη βλέπει κάτι που δεν έχει ξαναδεί. Φοβάται πιο πολύ. Τον λένε Χ. Δεν μ αγαπάς. Είναι 36 χρονών. Κρατάει ένα σπασμένο χάπι. Ξαφνικά η πραγματικότητα διασπάται. Πετάει το χάπι στο καλάθι των αχρήστων. Παίρνει το άδειο μαξιλάρι στα χέρια του. Κοιτάζει τον καθρέπτη. Το είδωλό του έχει αλλάξει. Ο κόσμος ήταν πάντα δύο πράγματα. Καιρός να διαλέξεις ποιο από τα δύο θα είσαι.  Χαμογελάει. Αφήνει δύο λέξεις απ’ τα χείλη του: «Μ’ αγαπάς».-

Λαστ Τσανς

Θα κοιμάμαι
Θα με ξυπνήσεις
και θα πεις:
“σήκω και κάψε τα σεντόνια σου
ειναι η τελευταία σου ευκαιρία”

Κι όντως
θα τα κάψω
και οταν έρθει το βράδυ
θα κοιμηθώ χωρίς αυτα.

Ήταν άλλωστε
η τελευταία μου ευκαιρία.